|
|
|
|
|
|
Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ : Στο εσωτερικό της διατηρούνται αγιογραφίες 14ου αι.
ΤΑ ΜΟΝAΣΤΗΡΙΑ ΚΑΤΩ ΜΟΝΗ, με λαϊκές μεταβυζαντινές αγιογραφίες, και XΡΥΣΟΠΗΓΗ.
ΤΑ ΤΡΙΠΟΤΑΜΑ, 12,5 χλμ Α. Aποτελούν το όριο της Hλείας, της Aχαΐας και της Aρκαδίας. Διακρίνονται ερείπια της αρχαίας Ψωφίδας. Σε μικρή απόσταση βρίσκεται το μοναστήρι της Kοίμησης (1817), στο οποίο έχει χρησιμοποιηθεί άφθονο αρχαίο οικοδομικό υλικό. Στο χωριό λειτουργούν, σε καταπράσινο περιβάλλον, με πλατάνια και τρεχούμενα νερά, εκτροφείο πέστροφας και ταβέρνα, όπου μπορείτε να φάτε πέστροφες, αφού τις ψαρέψετε (με την άδεια του ιδιοκτήτη) μόνοι σας.
Η Δίβρη βρίσκεται σε υψόμετρο 850 μέτρων,στις πλαγιές των Λάμπειων Ορέων (1797μ) ανάμεσα σε πυκνή βλάστηση και άφθονα νερά, είναι δε χαρακτηριστική η περιγραφή του Παυσανία "Εν Λαμπεία είχε τας πηγάς ο ποταμός Ερύμανθος, ήν δε το όρος τούτο ιερόν του Πανός και μοίρα του όρους Ερυμάνθου".
Χτισμένη αμφιθεατρικά αποτελείται απο επτά συνοικισμούς και τον κεντρικό οικισμό την Αγορά όπου υπάρχουν οι υπηρεσίες, τα εμπορικά, ο Ξενώνας, οι ταβέρνες και τα καφενεία. Παρά τον όποιο εκσυγχρονισμό, ξεχωρίζει το τοπικό χρώμα, με τα λιθόκτιστα σπίτια, τις αυλές με τις πέτρινες εξώπορτες,τα ξύλινα μπαλκόνια με τα λουλούδια και τα χαγιάτια και τις κεραμοσκεπές.
Ξεχωριστά στολίδια για το χωριό είναι το Σύγγρειο Δημοτικό Σχολείο, το Γυμνάσιο (πρώην παρθεναγωγείο,δωρεα Συγγρού-Γκάβα), το βυζαντινό εκκλησάκι της Αγίας Τριαδος (12 αιώνας) κα.
Χαρακτηριστική είναι η παρουσία πολλών Ναών που μαζί με τα εξωκκλήσια ξεπερνούν τα 50 (μοναδική ίσως περίπτωση τόσα πολλά σε ένα μικρό χώρο) ενω ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει το Μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής (Μονή Δίβρης) με το κρυφό σχολειό και την πλούσια ιστορία του, που βρίσκεται μέσα στο ελατόδασος της περιοχής.
Εκτός απο τα κρυστάλλινα νερά και το θαυμάσιο τοπίο, η Δίβρη είναι γνωστή για τα τοπικά προιόντα της όπως τα τυροκομικά, τα ντόπια κρέατα, το μέλι, τα καρύδια κ.α
Με λίγα λόγια ένας όμορφος τόπος που κεντρίζει τις αισθήσεις του επισκέπτη.
Λαμπεία, Δίβρη: Παλιό αρχοντικό που χρειάζεται βοήθεια
Λαμπεία, Δίβρη:Nέα αρχοντικά ξενώνες του Αργύρη Πατσή
|
|
|
|
Μέρη που πρέπει να επισκευτείτε
|
|
|
Αι’ Γιάννης ο Θεολόγος (Ορεινή)
Από τα εντυπωσιακότερα, αλλά και πλέον ιστορικά σημεία του Δήμου Λαμπείας είναι ο Αι’ Γιάννης της Μοστενίτσας. Βρίσκεται στην ψηλότερη κορυφή των γύρω βουνών, σε υψόμετρο 1250 μέτρων. Η θέα κόβει κυριολεκτικά την ανάσα. Έχει την ευκαιρία να δει κανείς όλα σχεδόν τα βουνά της Πελοποννήσου, από τα πιο κοντινά έως το Χελμό και το Μαίναλο. Όταν ο ουρανός είναι διαυγής, το μάτι φτάνει μέχρι τις δυτικές παραλίες της Πελοποννήσου. Ειδικά το βράδυ, διακρίνονται τα φώτα του Πύργου, του Κατάκωλου κ.λπ.
Στο σημείο αυτό υπάρχει το παλιό εκκλησάκι του Αι’ Γιάννη του Θεολόγου, χτισμένο περί το 1850, το οποίο καταστράφηκε και ξανακτίστηκε πολλές φορές. Δίπλα σ’ αυτό, οι Μοστενιτσάνοι έχουν χτίσει και καινούργιο ξωκλήσι. Νοτιοανατολικά της εκκλησίας έχουν καταγραφεί σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα, όπως λαξευτός τάφος σχήματος γάμα (Γ). Οι αρχαιολόγοι της εποχής είχαν διατυπώσει την άποψη ότι εκεί είχαν θαφτεί τρείς βασιλιάδες της Αρχαίας Ψωφίδας (μεταξύ των οποίων και ο Αζάν, από το όνομα του οποίου η περιοχή ονομαζόταν Αζανία), δεδομένου μάλιστα ότι οι βασιλείς εθάπτοντο στο πλησιέστερο δυτικό ψηλό βουνό της περιοχής, που συμβολίζει τη δύση της ζωής.
Ο Αι’ Γιάννης είναι ο αγαπημένος και το καμάρι των Μοστενιτσάνων. Στις 26 Σεπτεμβρίου που πανηγυρίζει, οι ξενιτεμένοι στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, οι μόνιμοι κάτοικοι της Ορεινής αλλά και πολλοί επισκέπτες από τα γύρω χωριά, φροντίζουν να ανέβουν αποβραδίς στο βουνό. Εκεί στήνεται ένα κυριολεκτικά ξεχωριστό πανηγύρι, από τους Μοστενιτσάνους που, όπως όλοι βεβαιώνουν, «ξέρουν να γλεντάνε».
Διαδρομή στο Ελατοδάσος
Το ελατοδάσος που ξεκινάει λίγο πάνω από το χωριό της Δίβρης, είναι το ίδιο, που στις παρυφές του είναι χτισμένο το χωριό του Αστρά. Είναι ένα μεγάλο δάσος που, ξεκινώντας από τα 1000 περίπου μέτρα υψόμετρο, καλύπτει τα ψηλότερα μέρη του όρους Αστρά, το οποίο, όπως και τα Λάμπεια Όρη, είναι βουνοκορφές του ίδιου ορεινού όγκου, του Ερύμανθου.
Είναι το δάσος που χαρίζει απίστευτες ομορφιές, με τα ψηλά και πυκνά του έλατα, με τα γάργαρα νερά που τρέχουν στις ρεματιές και τις πηγές του, με την ευεργετική πνοή του ευωδιαστού αέρα του, με την πλούσια πανίδα και χλωρίδα του. Είναι το δάσος που προσφέρει όλα όσα χρειάζονται για να έχουν τα χωριά ένα από τα πλέον υγιεινά κλίματα.
Είναι το δάσος που φιλοξενεί τον Πόντο, την Αβορίτσα, το Πάνω Μοναστήρι της Δίβρης, τον Άγιο Παντελεήμονα.
Είναι το δάσος που δίνει στον επισκέπτη τη δυνατότητα να ανηφορίσει σε ένα άλλο, διαφορετικό τοπίο, να πιστέψει ότι βρίσκεται σε έναν άλλο, διαφορετικό κόσμο.
Ο δρόμος που ξεκινάει από τη Δίβρη και ανηφορίζει προς το ελατοδάσος περνάει από το Πάνω Μοναστήρι, φτάνει στον Άγιο Παντελήμονα και στην πηγή του Πόντου, συνεχίζει μέχρι τον «αυχένα» του βουνού και κατηφορίζει μέχρι τα πρώτα σπίτια του Αστρά. Πρόκειται για φανταστική διαδρομή, μία από τις λίγες αντίστοιχες σε όλη την Ελλάδα.
Πάνω Μοναστήρι (Δίβρη)
Σε μια μαγευτική τοποθεσία, σε υψόμετρο περί τα 1100 μέτρα, μέσα στο ελατοδάσος, είναι χτισμένο το μοναστήρι της Παναγίας Χρυσοπηγής, το «Πάνω Μοναστήρι» της Δίβρης.
Μπορεί κανείς να φτάσει εκεί με το αυτοκίνητο, αφού ο δρόμος είναι πλέον εξαιρετικά βατός. Αξίζει ωστόσο να περπατήσει όποιος μπορεί (από το χωριό είναι περίπου μία ώρα), για να απολαύσει την υπέροχη φύση και το δροσερό αέρα. Φτάνοντας στο μοναστήρι, η απόλυτη ησυχία και το επιβλητικό τοπίο κάνουν τον επισκέπτη να μένει εκστατικός. Η Μονή είναι χτισμένη σε ένα ξέφωτο του δάσους και αποτελεί φυσικά το μοναδικό κτίσμα ανάμεσα στα ψηλά έλατα.
Την ίδια αίσθηση έκστασης αλλά και ταπεινότητας έχει κανείς όταν διαβαίνει τη βαριά πύλη και μπαίνει στον αυλόγυρο του μοναστηριού, με την πηγή, τα κελιά γύρω – γύρω και τη νοικοκυρεμένη διαρρύθμιση.
Το μοναστήρι είναι αφιερωμένο στη Ζωοδόχο Πηγή, αλλά πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου, λόγω των σκληρών συνθηκών του χειμώνα. Δεν είναι μετά βεβαιότητας γνωστό πότε χτίστηκε, υπάρχουν όμως στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία υπολογίζεται ότι ιδρύθηκε τον 12ο αιώνα.
Το καθολικό του είναι καλυμμένο εσωτερικά από αγιογραφίες όχι μίας αλλά διαφόρων περιόδων.
Στη βιβλιοθήκη της Μονής υπάρχουν κάποια ενδιαφέροντα χειρόγραφα μεταξύ των οποίων ένα του 1823 που αναφέρεται σε «κοινή συμφωνία προεστώτων Πέρα Μαχαλά Δίβρης μετά Ποινικής Ρήτρας» με το οποίο συμφωνείται από τους Περαμαχαλίτες να είναι ενωμένοι, ενόψει προφανώς της εμφύλιας διαμάχης που είχε ξεκινήσει στην Πελοπόννησο, Επίσης χειρόγραφο του 1755 όπου οι γέροντες και προεστοί της Δίβρης συμφωνούν και ορκίζονται να έχουν «μιαν ΟΜΟΝΟΙΑΝ».
Υπάρχουν ακόμα πατριαρχικά «σιγίλλια» που αποδεικνύουν ότι η Μονή ήταν Σταυροπηγιακή, δηλαδή εξαρτώμενη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.
Παλαιότερα η Μονή είχε σημαντική περιουσία στη Δίβρη αλλά και στον κάμπο (χωράφια, λιοστάσια, πρόβατα κ.λπ.) και ως μετόχια τις μονές του Πορετσού, του Φραγκοπηδήματος, του Λώπεσι και το κάτω μοναστήρι της Δίβρης, το οποίο άλλωστε χτίστηκε από μοναχούς του Πάνω Μοναστηριού.
Στα χρόνια της Τουρκικής κατοχής το μοναστήρι ήταν η απαντοχή των κατοίκων και ένα φιλόξενο καταφύγιο για τους κλέφτες του Ολωνού. Οι κληρικοί μεταλαμπάδευαν στα μικρά Διβριωτόπουλα την αγάπη για τη γνώση, τη γλώσσα και τα γράμματα. Υπάρχει μάλιστα στο μοναστήρι χώρος που η παράδοση λέει ότι λειτουργούσε ως ένα είδος «κρυφού σχολειού».
Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης ο ηγούμενος της Μονής Παϊσιος Σκανδάμης ήταν ταυτόχρονα οπλαρχηγός - επικεφαλής των μοναχών που πολέμησαν σε πολλές από τις ιστορικές και κρίσιμες μάχες. Στην περίφημη μάχη του Πούσι έπεσε μάλιστα και ο ίδιος.
Η υπέροχη τοποθεσία στην οποία βρίσκεται το μοναστήρι από πλευράς φυσικού κάλους, το δροσερό και ξηρό κλίμα, αλλά και η γαλήνη που δημιουργεί η όλη περιοχή και η αίσθηση εγγύτητας με το θείο, έκανε, τόσο τον σημερινό Μητροπολίτη Ηλείας Γερμανό, όσο και τους περισσότερους από τους προκατόχους του να το αξιοποιούν ως τόπο καλοκαιρινής διαμονής τους. Είναι στην κυριολεξία, από όλη την Ηλεία, η αγαπημένη γωνιά των Επισκόπων.
Κάτω Μοναστήρι (Δίβρη)
Η Κάτω Μονή της Δίβρης βρίσκεται στην είσοδο του χωριού, λίγο πριν τη βρύση του Γαβροβίκου. Το καλοκαίρι μόλις που διακρίνεται από το δρόμο, καθώς είναι πνιγμένο στο πράσινο και στο βαθύ ίσκιο ενός τεράστιου πλάτανου.
Το σημερινό μοναστήρι, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, έχει χτιστεί περί το 1700 από τους μοναχούς της Πάνω Μονής, στα ερείπια άλλου που πυρπολήθηκε παλαιότερα.
Το καθολικό του, ένας μικρός αλλά περίτεχνος ναός, έχει αγιογραφίες στο εσωτερικό του, που φιλοτεχνήθηκαν το 1746 και 1747 και ξυλόγλυπτο τέμπλο του 1748. Μέσα στο μοναστήρι και στον περίβολό του υπάρχουν τρία παρεκκλήσια, της Αγίας Ελένης, του Αγίου Στεφάνου και των Ταξιαρχών.
Οι Διβριώτες περιβάλλουν με αγάπη και σεβασμό και τούτο το μοναστήρι τους. Όταν «καταργήθηκε» το 1834, με διάταγμα του βασιλιά Όθωνα, έκαναν μεγάλο και επιτυχή αγώνα που είχε αποτέλεσμα να επανασυσταθεί το 1841.
Επί πολλά χρόνια το Κάτω Μοναστήρι στέγαζε το οικοτροφείο της Μητρόπολης για τα παιδιά του Γυμνασίου Λαμπείας που κατάγονταν από τα διπλανά χωριά. Ήταν έτσι σημαντικός παράγοντας για να «μάθουν γράμματα» παιδιά των οποίων οι γονείς δεν είχαν μεγάλες οικονομικές δυνατότητες, αλλά και για να ενισχυθεί το Γυμνάσιο με μαθητικό δυναμικό.
Σήμερα οι εγκαταστάσεις αυτές χρησιμοποιούνται από τη Μητρόπολη για τη φιλοξενία θερινών κατασκηνώσεων μαθητριών, ιεροσπουδαστών, παιδιών από τη Δίβρη της Βορείου Ηπείρου κ.λπ.
Αγία Τριάδα (Δίβρη)
Το σημαντικότερο αναμφισβήτητα ιστορικό μνημείο στη Δίβρη είναι ο βυζαντινός ναός της Αγίας Τριάδας στους Γκρουστάδες. Δεν έχει κτητορική επιγραφή για να είναι βεβαιωμένη η χρονολογία της ανέγερσής της, (ήταν γραμμένη σε κάποιο σημείο του τοίχου η ημερομηνία αλλά το σημείο εκείνο έχει καταστραφεί) και δεν έχει μελετηθεί όπως ίσως θα της άξιζε. Ωστόσο, από την τεχνοτροπία και το είδος των καταπληκτικών αγιογραφιών οι οποίες καλύπτουν το σύνολο του εσωτερικού της εκκλησίας, οι ειδικοί συμπεραίνουν ότι ανηγέρθη περί τα τέλη του 12ου και τις αρχές του 13ου αιώνα. Έχουν παρόλα αυτά διατυπωθεί απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες η Αγία Τριάδα είναι παλαιοχριστιανικός ναός που φτιάχτηκε πολύ νωρίτερα, περι τον 6ου αιώνα.
Πρόκειται για το «καμάρι» της Δίβρης και ειδικά των Γκρουσταδιωτών, όπου βρίσκεται και το κοιμητήριο του μαχαλά. Πέραν όμως της αξίας της ως μνημείο, η Αγία Τριάδα δίνει στοιχεία για την ύπαρξη της Δίβρης ως οργανωμένης και μάλλον θαλερής κοινότητας μία περίπου χιλιετία πριν τις μέρες μας.
Ασκητήριο της Νουσάς (Αστράς)
Σε μια πετρώδη, άγρια πλαγιά, απέναντι από τον Αστρά, το εξασκημένο μάτι θα παρατηρήσει μια κατασκευή μέσα στο βράχο. Είναι η «Σκήτη της Νουσάς» ή το «Ασκητήριο της Νουσάς». Κάθε χρόνο, του Αγίου Τάδε, οι Νουσαϊτες, αλλά επισκέπτες από τα διπλανά χωριά, έρχονται εδώ και τιμούν τον Άγιο, αλλά και την αναχωρητική πίστη εκείνων που δημιούργησαν αυτόν τον εντυπωσιακό και «εξώκοσμο» χώρο λατρείας και προσευχής.
Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Ηλείας Αντώνιος αποδίδει το λάξευμα του ασκητηρίου στον Όσιο Λουκά περί τον 10ο αιώνα, αναφέροντας ότι την περίοδο εκείνη ο Όσιος μαθήτευε δίπλα σε στυλίτη μοναχό στην περιοχή της Πάτρας. Άλλοι ερευνητές εκτιμούν ότι το Ασκητήριο δημιουργήθηκε από τον Όσιο Μελέτιο που έχτισε το μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων της Αροανίας και το μοναστήρι του Πορετσού.
Ο Ιστορικός Νίκος Αναστόπουλος γράφει στο περιοδικό «Δίβρη»:
«Το Ασκητήριο της Νουσάς βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το χωριό στην Ανατολική άκρη του βουνού, σε ύψος 840 μέτρων. Είναι λαξευμένο μέσα στο βουνό και είναι διώροφο. Στο κάτω διαμέρισμα υπάρχει διάδρομος από το Νότο προς το Βορρά με πεζούλια που έχουν μήκος δύο μέτρα και πλάτος 70 εκατοστά, ενώ αριστερά από την είσοδο υπάρχει σκάλα λαξευτή, η οποία οδηγεί στο άνω διαμέρισμα όπου υπάρχει μικρός ναός αγιογραφημένος. Ζωηρά φαίνεται η πλατυτέρα. Στο άνω διαμέρισμα έχει και μικρό παράθυρο το οποίο βλέπει απέναντι στο χωριό. Κοντά εκεί υπάρχουν τα ερείπια του αρχαίου μοναστηριού του Αγίου Ιωάννου»
Μπαρουτόμυλοι – Γεφύρια (Δίβρη)
Στο Διβριώτικο ποτάμι, παραπόταμο του Ερύμανθου, λειτουργούσαν μέχρι πριν λίγα χρόνια δύο νερόμυλοι στους οποίους οι κάτοικοι άλεθαν τα «γεννήματά» τους. Παλιότερα οι μύλοι ήταν περισσότεροι, ίσως και οκτώ.
Σήμερα παραμένει όρθιος αλλά ανενεργός ο ένας από τους ιστορικούς νερόμυλους, εκείνος του Κουτσόπουλου και ένας ακόμα μεταγενέστερος. Ο «Καλογερικός», τον οποίον λειτουργούσαν οι μοναχοί του Κάτω Μοναστηριού και ως ταμπακόμυλο, όπως και εκείνοι του Πετραλιά, του Καζάζη, του Κοσμόπουλου είναι πλέον ερείπια.
Κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης του 1821, οι νερόμυλοι μετατράπηκαν από τους ιδιοκτήτες τους σε μπαρουτόμυλους και παρήγαγαν μπαρούτι για τις ανάγκες του αγώνα των οπλαρχηγών, μεταξύ των οποίων ο Θεόδωρος και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης.
Την πρώτη ύλη (νίτρο) έφερνε κριμένη μέσα σε άλλα εμπορεύματα στο Κατάκωλο και από εκεί στη Δίβρη ο Αγγελής Πετραλιάς, μεγαλέμπορος της εποχής, στου οποίου την ιδιοκτησία ήταν πέντε μύλοι.
Η προσφορά των μπαρουτόμυλων αυτών στον εθνικό αγώνα υπήρξε καθοριστική, καθώς, μετά τη Δημητσάνα, η Δίβρη ήταν το δεύτερο κέντρο προμήθειας μπαρούτης.
Γεφύρια
Δίπλα από το μύλο του Κουτσόπουλου βρίσκεται ένα από τα γιοφύρια που είχαν φτιάξει για την εξυπηρέτησή τους οι Διβριώτες σε όλο το μήκος του Διβριώτικου ποταμιού.
Από το 1800 και μετά, γεφύρια όπως «της Κλομποκής», του «Μουρτούκη», το «Βορδόλιο», χτίστηκαν με πέτρα και με ξεχωριστή μαστοριά, εξυπηρέτησαν τους κατοίκους και τους ταξιδευτές και παραμένουν σήμερα ως υπέροχα δείγματα παραδοσιακής τεχνικής.
Ακόμα πιο σπουδαία, από αρχιτεκτονική, αλλά και λειτουργική άποψη, είναι τα γεφύρια του ίδιου του Ερύμανθου, όπως το «Βιδιακίτικο», το «Παραλογγίτικο», των Τριποτάμων.
Ωστόσο στο πανελλήνιο, μέσα από τις «Παραδόσεις» του εθνικού μας λαογράφου Νικόλαου Πολίτη, είναι γνωστό το «Διαβολογιόφυρο». Πρόκειται για φυσικό πέρασμα του νερού στο Διβριώτικο ποτάμι, που έχει διαβρώσει το βράχο και έχει δημιουργήσει έτσι ένα φυσικό γεφύρι. Όμως ο θρύλος, όπως τον διηγήθηκαν οι Διβριώτες στον Πολίτη πριν από το 1900, θέλει το γεφύρι να είναι έργο διαβόλου που τον κορόϊδεψε Διβριώτης μυλωνάς ονόματι Γιάνναρος.
Σχολεία της Δίβρης
Τα δύο λαμπρά σχολικά κτήρια της Δίβρης, μαρτυρούν τη σχέση των κατοίκων με τη γνώση.
Το κτήριο που στεγάζει σήμερα το Δημοτικό Σχολείο χτίστηκε το 1905 από τη δωρεά «Ανδρέα Συγγρού» στη θέση άλλου που κάηκε το 1895.
Το κτήριο που στεγάζει το Γυμνάσιο – Λύκειο χτίστηκε ως παρθεναγωγείο το 1907, πάλι από τη δωρεά «Ανδρέα Συγγρού».
Πρέπει να σημειωθεί ότι η έφεση για τα γράμματα έχει βαθιές ρίζες στην τοπική κοινωνία.
Αμέσως μετά την απελευθέρωση, το 1828, λειτούργησε στη Δίβρη Ελληνική Σχολή, ένα από τα πρώτα σχολεία της χώρας.
Λίγο πριν το γύρισμα του αιώνα λειτούργησε, για λίγα χρόνια, υποδιδασκαλείο, από το οποίο αποφοίτησαν δάσκαλοι που στελέχωσαν στη συνέχεια τα σχολεία της ευρύτερης περιοχής.
Στο οδοιπορικό του ο Πατρινός γιατρός Χρήστος Κορύλλος αναφέρει ότι το 1891 που επισκέφθηκε τη Δίβρη, λειτουργούσε Δημοτικό και Ελληνικό σχολείο, στεγαζόμενα σε «εν ιδίω της κοινότητος καταστήματι, ανεγερθέντι υπό των κατοίκων, εν αρχή της βασιλείας του Όθωνος», καθώς και παρθεναγωγείο «εν ιδιωτικώ επί ενοικίω οικήματι».
Ίσως λοιπόν δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι από τη Δίβρη κατάγονται εκατοντάδες επιστήμονες, όλων των ειδικοτήτων, με διακρίσεις και λαμπρή πορεία.
Άγιος Γεώργιος και Καθολική (Ορεινή)
Ο Άγιος Γεώργιος, η «Μητρόπολη» της Ορεινής, είναι ένα εντυπωσιακό βυζαντινό μνημείο που χτίστηκε στα τέλη του 11ου ή στην αρχή του 12ο αιώνα. Εδώ ορκίζονταν οι Τέκτονες Ιππότες. Ο άλλος βυζαντινός ναός, οι Άγιοι Ταξιάρχες, που χτίστηκε την ίδια περίοδο, έχει καταστραφεί και υπάρχουν μόνον κάποια ερείπιά του στον Αι’ Ταξιάρχη.
Από την άλωση και μετά έχουμε στην Ορεινή μνημεία όπως η Παναγία η Καθολική (Καθολικιώτισσα), η οποία αναφέρεται στα μνημεία της ελληνικής ιστορίας του Κωνσταντίνου Σάξα (γιατρός του 18ου αιώνα). Πολλές άλλες μαρτυρίες αναφέρονται από τον Ακαδημαϊκό Δημήτριο Ζακυνθινό.
Νεροτριβή - Μύλος (Ορεινή)
Μια όαση δροσιάς, στο κέντρο ενός χωριού που, έτσι κι αλλιώς, είναι ολόκληρο ένα διαμάντι της φύσης, είναι η περιοχή του Μύλου και της Νεροτριβής στην Ορεινή.
Τα νερά τρέχουν από παντού σχηματίζοντας μικρά και μεγάλα ρυάκια δίπλα στο ποτάμι, κάτω από τα βαθύσκιωτα πλατάνια.
Ο ωραίος νερόμυλος στέκει εκεί καλοδιατηρημένος, με την εντυπωσιακή φτερωτή του, παρότι δεν είναι πλέον σε λειτουργία.
Αντίθετα, ακόμα λειτουργεί η νεροτριβή, όπου οι νοικοκυρές έπλεναν - και ορισμένες πλένουν και σήμερα - τα υφαντά και τα χαλιά τους.
Στην ίδια δροσερή «γειτονιά» και η βρύση της Καθολικής μία από τις πιο εντυπωσιακές που συναντά κανείς, πετρόχτιστη, από την εποχή της Τουρκοκρατίας, με τρείς καντάλους.
Αι’ Γιάννης ο Θεολόγος (Ορεινή)
Από τα εντυπωσιακότερα, αλλά και πλέον ιστορικά σημεία του Δήμου Λαμπείας είναι ο Αι’ Γιάννης της Μοστενίτσας. Βρίσκεται στην ψηλότερη κορυφή των γύρω βουνών, σε υψόμετρο 1250 μέτρων. Η θέα κόβει κυριολεκτικά την ανάσα. Έχει την ευκαιρία να δει κανείς όλα σχεδόν τα βουνά της Πελοποννήσου, από τα πιο κοντινά έως το Χελμό και το Μαίναλο. Όταν ο ουρανός είναι διαυγής, το μάτι φτάνει μέχρι τις δυτικές παραλίες της Πελοποννήσου. Ειδικά το βράδυ, διακρίνονται τα φώτα του Πύργου, του Κατάκωλου κ.λπ.
Στο σημείο αυτό υπάρχει το παλιό εκκλησάκι του Αι’ Γιάννη του Θεολόγου, χτισμένο περί το 1850, το οποίο καταστράφηκε και ξανακτίστηκε πολλές φορές. Δίπλα σ’ αυτό, οι Μοστενιτσάνοι έχουν χτίσει και καινούργιο ξωκλήσι. Νοτιοανατολικά της εκκλησίας έχουν καταγραφεί σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα, όπως λαξευτός τάφος σχήματος γάμα (Γ). Οι αρχαιολόγοι της εποχής είχαν διατυπώσει την άποψη ότι εκεί είχαν θαφτεί τρείς βασιλιάδες της Αρχαίας Ψωφίδας (μεταξύ των οποίων και ο Αζάν, από το όνομα του οποίου η περιοχή ονομαζόταν Αζανία), δεδομένου μάλιστα ότι οι βασιλείς εθάπτοντο στο πλησιέστερο δυτικό ψηλό βουνό της περιοχής, που συμβολίζει τη δύση της ζωής.
Ο Αι’ Γιάννης είναι ο αγαπημένος και το καμάρι των Μοστενιτσάνων. Στις 26 Σεπτεμβρίου που πανηγυρίζει, οι ξενιτεμένοι στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, οι μόνιμοι κάτοικοι της Ορεινής αλλά και πολλοί επισκέπτες από τα γύρω χωριά, φροντίζουν να ανέβουν αποβραδίς στο βουνό. Εκεί στήνεται ένα κυριολεκτικά ξεχωριστό πανηγύρι, από τους Μοστενιτσάνους που, όπως όλοι βεβαιώνουν, «ξέρουν να γλεντάνε».
Διαδρομή στο Ελατοδάσος
Το ελατοδάσος που ξεκινάει λίγο πάνω από το χωριό της Δίβρης, είναι το ίδιο, που στις παρυφές του είναι χτισμένο το χωριό του Αστρά. Είναι ένα μεγάλο δάσος που, ξεκινώντας από τα 1000 περίπου μέτρα υψόμετρο, καλύπτει τα ψηλότερα μέρη του όρους Αστρά, το οποίο, όπως και τα Λάμπεια Όρη, είναι βουνοκορφές του ίδιου ορεινού όγκου, του Ερύμανθου.
Είναι το δάσος που χαρίζει απίστευτες ομορφιές, με τα ψηλά και πυκνά του έλατα, με τα γάργαρα νερά που τρέχουν στις ρεματιές και τις πηγές του, με την ευεργετική πνοή του ευωδιαστού αέρα του, με την πλούσια πανίδα και χλωρίδα του. Είναι το δάσος που προσφέρει όλα όσα χρειάζονται για να έχουν τα χωριά ένα από τα πλέον υγιεινά κλίματα.
Είναι το δάσος που φιλοξενεί τον Πόντο, την Αβορίτσα, το Πάνω Μοναστήρι της Δίβρης, τον Άγιο Παντελεήμονα.
Είναι το δάσος που δίνει στον επισκέπτη τη δυνατότητα να ανηφορίσει σε ένα άλλο, διαφορετικό τοπίο, να πιστέψει ότι βρίσκεται σε έναν άλλο, διαφορετικό κόσμο.
Ο δρόμος που ξεκινάει από τη Δίβρη και ανηφορίζει προς το ελατοδάσος περνάει από το Πάνω Μοναστήρι, φτάνει στον Άγιο Παντελήμονα και στην πηγή του Πόντου, συνεχίζει μέχρι τον «αυχένα» του βουνού και κατηφορίζει μέχρι τα πρώτα σπίτια του Αστρά. Πρόκειται για φανταστική διαδρομή, μία από τις λίγες αντίστοιχες σε όλη την Ελλάδα.
Πάνω Μοναστήρι (Δίβρη)
Σε μια μαγευτική τοποθεσία, σε υψόμετρο περί τα 1100 μέτρα, μέσα στο ελατοδάσος, είναι χτισμένο το μοναστήρι της Παναγίας Χρυσοπηγής, το «Πάνω Μοναστήρι» της Δίβρης.
Μπορεί κανείς να φτάσει εκεί με το αυτοκίνητο, αφού ο δρόμος είναι πλέον εξαιρετικά βατός. Αξίζει ωστόσο να περπατήσει όποιος μπορεί (από το χωριό είναι περίπου μία ώρα), για να απολαύσει την υπέροχη φύση και το δροσερό αέρα. Φτάνοντας στο μοναστήρι, η απόλυτη ησυχία και το επιβλητικό τοπίο κάνουν τον επισκέπτη να μένει εκστατικός. Η Μονή είναι χτισμένη σε ένα ξέφωτο του δάσους και αποτελεί φυσικά το μοναδικό κτίσμα ανάμεσα στα ψηλά έλατα.
Την ίδια αίσθηση έκστασης αλλά και ταπεινότητας έχει κανείς όταν διαβαίνει τη βαριά πύλη και μπαίνει στον αυλόγυρο του μοναστηριού, με την πηγή, τα κελιά γύρω – γύρω και τη νοικοκυρεμένη διαρρύθμιση.
Το μοναστήρι είναι αφιερωμένο στη Ζωοδόχο Πηγή, αλλά πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου, λόγω των σκληρών συνθηκών του χειμώνα. Δεν είναι μετά βεβαιότητας γνωστό πότε χτίστηκε, υπάρχουν όμως στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία υπολογίζεται ότι ιδρύθηκε τον 12ο αιώνα.
Το καθολικό του είναι καλυμμένο εσωτερικά από αγιογραφίες όχι μίας αλλά διαφόρων περιόδων.
Στη βιβλιοθήκη της Μονής υπάρχουν κάποια ενδιαφέροντα χειρόγραφα μεταξύ των οποίων ένα του 1823 που αναφέρεται σε «κοινή συμφωνία προεστώτων Πέρα Μαχαλά Δίβρης μετά Ποινικής Ρήτρας» με το οποίο συμφωνείται από τους Περαμαχαλίτες να είναι ενωμένοι, ενόψει προφανώς της εμφύλιας διαμάχης που είχε ξεκινήσει στην Πελοπόννησο, Επίσης χειρόγραφο του 1755 όπου οι γέροντες και προεστοί της Δίβρης συμφωνούν και ορκίζονται να έχουν «μιαν ΟΜΟΝΟΙΑΝ».
Υπάρχουν ακόμα πατριαρχικά «σιγίλλια» που αποδεικνύουν ότι η Μονή ήταν Σταυροπηγιακή, δηλαδή εξαρτώμενη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.
Παλαιότερα η Μονή είχε σημαντική περιουσία στη Δίβρη αλλά και στον κάμπο (χωράφια, λιοστάσια, πρόβατα κ.λπ.) και ως μετόχια τις μονές του Πορετσού, του Φραγκοπηδήματος, του Λώπεσι και το κάτω μοναστήρι της Δίβρης, το οποίο άλλωστε χτίστηκε από μοναχούς του Πάνω Μοναστηριού.
Στα χρόνια της Τουρκικής κατοχής το μοναστήρι ήταν η απαντοχή των κατοίκων και ένα φιλόξενο καταφύγιο για τους κλέφτες του Ολωνού. Οι κληρικοί μεταλαμπάδευαν στα μικρά Διβριωτόπουλα την αγάπη για τη γνώση, τη γλώσσα και τα γράμματα. Υπάρχει μάλιστα στο μοναστήρι χώρος που η παράδοση λέει ότι λειτουργούσε ως ένα είδος «κρυφού σχολειού».
Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης ο ηγούμενος της Μονής Παϊσιος Σκανδάμης ήταν ταυτόχρονα οπλαρχηγός - επικεφαλής των μοναχών που πολέμησαν σε πολλές από τις ιστορικές και κρίσιμες μάχες. Στην περίφημη μάχη του Πούσι έπεσε μάλιστα και ο ίδιος.
Η υπέροχη τοποθεσία στην οποία βρίσκεται το μοναστήρι από πλευράς φυσικού κάλους, το δροσερό και ξηρό κλίμα, αλλά και η γαλήνη που δημιουργεί η όλη περιοχή και η αίσθηση εγγύτητας με το θείο, έκανε, τόσο τον σημερινό Μητροπολίτη Ηλείας Γερμανό, όσο και τους περισσότερους από τους προκατόχους του να το αξιοποιούν ως τόπο καλοκαιρινής διαμονής τους. Είναι στην κυριολεξία, από όλη την Ηλεία, η αγαπημένη γωνιά των Επισκόπων.
Κάτω Μοναστήρι (Δίβρη)
Η Κάτω Μονή της Δίβρης βρίσκεται στην είσοδο του χωριού, λίγο πριν τη βρύση του Γαβροβίκου. Το καλοκαίρι μόλις που διακρίνεται από το δρόμο, καθώς είναι πνιγμένο στο πράσινο και στο βαθύ ίσκιο ενός τεράστιου πλάτανου.
Το σημερινό μοναστήρι, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, έχει χτιστεί περί το 1700 από τους μοναχούς της Πάνω Μονής, στα ερείπια άλλου που πυρπολήθηκε παλαιότερα.
Το καθολικό του, ένας μικρός αλλά περίτεχνος ναός, έχει αγιογραφίες στο εσωτερικό του, που φιλοτεχνήθηκαν το 1746 και 1747 και ξυλόγλυπτο τέμπλο του 1748. Μέσα στο μοναστήρι και στον περίβολό του υπάρχουν τρία παρεκκλήσια, της Αγίας Ελένης, του Αγίου Στεφάνου και των Ταξιαρχών.
Οι Διβριώτες περιβάλλουν με αγάπη και σεβασμό και τούτο το μοναστήρι τους. Όταν «καταργήθηκε» το 1834, με διάταγμα του βασιλιά Όθωνα, έκαναν μεγάλο και επιτυχή αγώνα που είχε αποτέλεσμα να επανασυσταθεί το 1841.
Επί πολλά χρόνια το Κάτω Μοναστήρι στέγαζε το οικοτροφείο της Μητρόπολης για τα παιδιά του Γυμνασίου Λαμπείας που κατάγονταν από τα διπλανά χωριά. Ήταν έτσι σημαντικός παράγοντας για να «μάθουν γράμματα» παιδιά των οποίων οι γονείς δεν είχαν μεγάλες οικονομικές δυνατότητες, αλλά και για να ενισχυθεί το Γυμνάσιο με μαθητικό δυναμικό.
Σήμερα οι εγκαταστάσεις αυτές χρησιμοποιούνται από τη Μητρόπολη για τη φιλοξενία θερινών κατασκηνώσεων μαθητριών, ιεροσπουδαστών, παιδιών από τη Δίβρη της Βορείου Ηπείρου κ.λπ.
Αγία Τριάδα (Δίβρη)
Το σημαντικότερο αναμφισβήτητα ιστορικό μνημείο στη Δίβρη είναι ο βυζαντινός ναός της Αγίας Τριάδας στους Γκρουστάδες. Δεν έχει κτητορική επιγραφή για να είναι βεβαιωμένη η χρονολογία της ανέγερσής της, (ήταν γραμμένη σε κάποιο σημείο του τοίχου η ημερομηνία αλλά το σημείο εκείνο έχει καταστραφεί) και δεν έχει μελετηθεί όπως ίσως θα της άξιζε. Ωστόσο, από την τεχνοτροπία και το είδος των καταπληκτικών αγιογραφιών οι οποίες καλύπτουν το σύνολο του εσωτερικού της εκκλησίας, οι ειδικοί συμπεραίνουν ότι ανηγέρθη περί τα τέλη του 12ου και τις αρχές του 13ου αιώνα. Έχουν παρόλα αυτά διατυπωθεί απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες η Αγία Τριάδα είναι παλαιοχριστιανικός ναός που φτιάχτηκε πολύ νωρίτερα, περι τον 6ου αιώνα.
Πρόκειται για το «καμάρι» της Δίβρης και ειδικά των Γκρουσταδιωτών, όπου βρίσκεται και το κοιμητήριο του μαχαλά. Πέραν όμως της αξίας της ως μνημείο, η Αγία Τριάδα δίνει στοιχεία για την ύπαρξη της Δίβρης ως οργανωμένης και μάλλον θαλερής κοινότητας μία περίπου χιλιετία πριν τις μέρες μας.
Ασκητήριο της Νουσάς (Αστράς)
Σε μια πετρώδη, άγρια πλαγιά, απέναντι από τον Αστρά, το εξασκημένο μάτι θα παρατηρήσει μια κατασκευή μέσα στο βράχο. Είναι η «Σκήτη της Νουσάς» ή το «Ασκητήριο της Νουσάς». Κάθε χρόνο, του Αγίου Τάδε, οι Νουσαϊτες, αλλά επισκέπτες από τα διπλανά χωριά, έρχονται εδώ και τιμούν τον Άγιο, αλλά και την αναχωρητική πίστη εκείνων που δημιούργησαν αυτόν τον εντυπωσιακό και «εξώκοσμο» χώρο λατρείας και προσευχής.
Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Ηλείας Αντώνιος αποδίδει το λάξευμα του ασκητηρίου στον Όσιο Λουκά περί τον 10ο αιώνα, αναφέροντας ότι την περίοδο εκείνη ο Όσιος μαθήτευε δίπλα σε στυλίτη μοναχό στην περιοχή της Πάτρας. Άλλοι ερευνητές εκτιμούν ότι το Ασκητήριο δημιουργήθηκε από τον Όσιο Μελέτιο που έχτισε το μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων της Αροανίας και το μοναστήρι του Πορετσού.
Ο Ιστορικός Νίκος Αναστόπουλος γράφει στο περιοδικό «Δίβρη»:
«Το Ασκητήριο της Νουσάς βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το χωριό στην Ανατολική άκρη του βουνού, σε ύψος 840 μέτρων. Είναι λαξευμένο μέσα στο βουνό και είναι διώροφο. Στο κάτω διαμέρισμα υπάρχει διάδρομος από το Νότο προς το Βορρά με πεζούλια που έχουν μήκος δύο μέτρα και πλάτος 70 εκατοστά, ενώ αριστερά από την είσοδο υπάρχει σκάλα λαξευτή, η οποία οδηγεί στο άνω διαμέρισμα όπου υπάρχει μικρός ναός αγιογραφημένος. Ζωηρά φαίνεται η πλατυτέρα. Στο άνω διαμέρισμα έχει και μικρό παράθυρο το οποίο βλέπει απέναντι στο χωριό. Κοντά εκεί υπάρχουν τα ερείπια του αρχαίου μοναστηριού του Αγίου Ιωάννου»
Μπαρουτόμυλοι – Γεφύρια (Δίβρη)
Στο Διβριώτικο ποτάμι, παραπόταμο του Ερύμανθου, λειτουργούσαν μέχρι πριν λίγα χρόνια δύο νερόμυλοι στους οποίους οι κάτοικοι άλεθαν τα «γεννήματά» τους. Παλιότερα οι μύλοι ήταν περισσότεροι, ίσως και οκτώ.
Σήμερα παραμένει όρθιος αλλά ανενεργός ο ένας από τους ιστορικούς νερόμυλους, εκείνος του Κουτσόπουλου και ένας ακόμα μεταγενέστερος. Ο «Καλογερικός», τον οποίον λειτουργούσαν οι μοναχοί του Κάτω Μοναστηριού και ως ταμπακόμυλο, όπως και εκείνοι του Πετραλιά, του Καζάζη, του Κοσμόπουλου είναι πλέον ερείπια.
Κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης του 1821, οι νερόμυλοι μετατράπηκαν από τους ιδιοκτήτες τους σε μπαρουτόμυλους και παρήγαγαν μπαρούτι για τις ανάγκες του αγώνα των οπλαρχηγών, μεταξύ των οποίων ο Θεόδωρος και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης.
Την πρώτη ύλη (νίτρο) έφερνε κριμένη μέσα σε άλλα εμπορεύματα στο Κατάκωλο και από εκεί στη Δίβρη ο Αγγελής Πετραλιάς, μεγαλέμπορος της εποχής, στου οποίου την ιδιοκτησία ήταν πέντε μύλοι.
Η προσφορά των μπαρουτόμυλων αυτών στον εθνικό αγώνα υπήρξε καθοριστική, καθώς, μετά τη Δημητσάνα, η Δίβρη ήταν το δεύτερο κέντρο προμήθειας μπαρούτης.
Γεφύρια
Δίπλα από το μύλο του Κουτσόπουλου βρίσκεται ένα από τα γιοφύρια που είχαν φτιάξει για την εξυπηρέτησή τους οι Διβριώτες σε όλο το μήκος του Διβριώτικου ποταμιού.
Από το 1800 και μετά, γεφύρια όπως «της Κλομποκής», του «Μουρτούκη», το «Βορδόλιο», χτίστηκαν με πέτρα και με ξεχωριστή μαστοριά, εξυπηρέτησαν τους κατοίκους και τους ταξιδευτές και παραμένουν σήμερα ως υπέροχα δείγματα παραδοσιακής τεχνικής.
Ακόμα πιο σπουδαία, από αρχιτεκτονική, αλλά και λειτουργική άποψη, είναι τα γεφύρια του ίδιου του Ερύμανθου, όπως το «Βιδιακίτικο», το «Παραλογγίτικο», των Τριποτάμων.
Ωστόσο στο πανελλήνιο, μέσα από τις «Παραδόσεις» του εθνικού μας λαογράφου Νικόλαου Πολίτη, είναι γνωστό το «Διαβολογιόφυρο». Πρόκειται για φυσικό πέρασμα του νερού στο Διβριώτικο ποτάμι, που έχει διαβρώσει το βράχο και έχει δημιουργήσει έτσι ένα φυσικό γεφύρι. Όμως ο θρύλος, όπως τον διηγήθηκαν οι Διβριώτες στον Πολίτη πριν από το 1900, θέλει το γεφύρι να είναι έργο διαβόλου που τον κορόϊδεψε Διβριώτης μυλωνάς ονόματι Γιάνναρος.
Σχολεία της Δίβρης
Τα δύο λαμπρά σχολικά κτήρια της Δίβρης, μαρτυρούν τη σχέση των κατοίκων με τη γνώση.
Το κτήριο που στεγάζει σήμερα το Δημοτικό Σχολείο χτίστηκε το 1905 από τη δωρεά «Ανδρέα Συγγρού» στη θέση άλλου που κάηκε το 1895.
Το κτήριο που στεγάζει το Γυμνάσιο – Λύκειο χτίστηκε ως παρθεναγωγείο το 1907, πάλι από τη δωρεά «Ανδρέα Συγγρού».
Πρέπει να σημειωθεί ότι η έφεση για τα γράμματα έχει βαθιές ρίζες στην τοπική κοινωνία.
Αμέσως μετά την απελευθέρωση, το 1828, λειτούργησε στη Δίβρη Ελληνική Σχολή, ένα από τα πρώτα σχολεία της χώρας.
Λίγο πριν το γύρισμα του αιώνα λειτούργησε, για λίγα χρόνια, υποδιδασκαλείο, από το οποίο αποφοίτησαν δάσκαλοι που στελέχωσαν στη συνέχεια τα σχολεία της ευρύτερης περιοχής.
Στο οδοιπορικό του ο Πατρινός γιατρός Χρήστος Κορύλλος αναφέρει ότι το 1891 που επισκέφθηκε τη Δίβρη, λειτουργούσε Δημοτικό και Ελληνικό σχολείο, στεγαζόμενα σε «εν ιδίω της κοινότητος καταστήματι, ανεγερθέντι υπό των κατοίκων, εν αρχή της βασιλείας του Όθωνος», καθώς και παρθεναγωγείο «εν ιδιωτικώ επί ενοικίω οικήματι».
Ίσως λοιπόν δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι από τη Δίβρη κατάγονται εκατοντάδες επιστήμονες, όλων των ειδικοτήτων, με διακρίσεις και λαμπρή πορεία.
Άγιος Γεώργιος και Καθολική (Ορεινή)
Ο Άγιος Γεώργιος, η «Μητρόπολη» της Ορεινής, είναι ένα εντυπωσιακό βυζαντινό μνημείο που χτίστηκε στα τέλη του 11ου ή στην αρχή του 12ο αιώνα. Εδώ ορκίζονταν οι Τέκτονες Ιππότες. Ο άλλος βυζαντινός ναός, οι Άγιοι Ταξιάρχες, που χτίστηκε την ίδια περίοδο, έχει καταστραφεί και υπάρχουν μόνον κάποια ερείπιά του στον Αι’ Ταξιάρχη.
Από την άλωση και μετά έχουμε στην Ορεινή μνημεία όπως η Παναγία η Καθολική (Καθολικιώτισσα), η οποία αναφέρεται στα μνημεία της ελληνικής ιστορίας του Κωνσταντίνου Σάξα (γιατρός του 18ου αιώνα). Πολλές άλλες μαρτυρίες αναφέρονται από τον Ακαδημαϊκό Δημήτριο Ζακυνθινό.
Νεροτριβή - Μύλος (Ορεινή)
Μια όαση δροσιάς, στο κέντρο ενός χωριού που, έτσι κι αλλιώς, είναι ολόκληρο ένα διαμάντι της φύσης, είναι η περιοχή του Μύλου και της Νεροτριβής στην Ορεινή.
Τα νερά τρέχουν από παντού σχηματίζοντας μικρά και μεγάλα ρυάκια δίπλα στο ποτάμι, κάτω από τα βαθύσκιωτα πλατάνια.
Ο ωραίος νερόμυλος στέκει εκεί καλοδιατηρημένος, με την εντυπωσιακή φτερωτή του, παρότι δεν είναι πλέον σε λειτουργία.
Αντίθετα, ακόμα λειτουργεί η νεροτριβή, όπου οι νοικοκυρές έπλεναν - και ορισμένες πλένουν και σήμερα - τα υφαντά και τα χαλιά τους.
Στην ίδια δροσερή «γειτονιά» και η βρύση της Καθολικής μία από τις πιο εντυπωσιακές που συναντά κανείς, πετρόχτιστη, από την εποχή της Τουρκοκρατίας, με τρείς καντάλους.
|
|
|
|
Ο ποταμός Ερύμανθος, φυσικό σύνορο της Ηλείας με την Αρκαδία, πηγάζει, κατά κύριο λόγο, από τις κορυφές του ομώνυμου βουνού. Το Νουσαϊτικο ποτάμι που συγκεντρώνει πολλά από τα ρέματα που δημιουργούν οι διάσπαρτες πηγές, είναι ο δυτικός και κυριότερος βραχίονας του Ερύμανθου ποταμού.
Το Διβριώτικο ποτάμι χύνεται επίσης στον Ερύμανθο, ο οποίος συνεχίζει την πορεία του για να χυθεί τελικά στο μεγάλο ποτάμι της Ηλείας, τον Αλφειό.
Ο Ερύμανθος έχει συνδεθεί με τα χωριά που βρίσκονται στο οικοσύστημά του, είτε μέσω των ευεργετικών αρδεύσεων του, είτε με το ψάρεμα της περίφημης πέστροφας (ως ιχθυόης ποταμός αναφέρεται από τον Παυσανία), είτε με τα γεφύρια – μνημεία αρχιτεκτονικής που συναντά στην πορεία του, είτε με τους θρύλους και τις παραδόσεις. Σήμερα σε πολλά σημεία του είναι ιδανικός τόπος παραποτάμιας οδοιπορίας, δίνει τη δυνατότητα να περάσει ο περιηγητής από φαράγγια εξαιρετικής ομορφιάς, χρησιμοποιείται για extreme sports, όπως το καγιάκ και το ράφτινγκ, και αποτελεί εν γένει έναν οικότοπο, ιδανικό για την ανάπτυξη ήπιων μορφών ορεινού τουρισμού.
Στην αρχαιότητα οι κάτοικοι της Ψωφίδας (στην οποία ανήκε και η περιοχή της σημερινής Λαμπείας) λάτρευαν τον Ερύμανθο ως ποτάμιο θεό, γιό του Άριστα ή του Αρκάδα, για τον οποίο είχαν χτίσει και ναό. Μέσα στο ναό υπήρχε το λατρευτικό του άγαλμα, το οποίο απεικόνιζαν οι Ψωφίδιοι στα νομίσματά τους στα ρωμαϊκά χρόνια. Ο θεός παριστάνεται γενειοφόρος, μισοξαπλωμένος, με το στήθος γυμνό και τον αριστερό αγκώνα ακουμπισμένο σε γυρτό πιθάρι, από το οποίο τρέχει νερό.
Ένας από τους άθλους του Ηρακλή, η «σύλληψη» του Ερυμάνθιου κάπρου, είναι άμεσα συνδεδεμένος με τον Ερύμανθο ποταμό. Σύμφωνα με το μύθο, ο φοβερός κάπρος που ζούσε στο βουνό Ερύμανθος, προξενούσε μεγάλες καταστροφές στις καλλιέργειες, στο δάσος και στα χωριά της περιοχής. Απευθύνθηκαν λοιπόν οι κάτοικοι στον Ηρακλή, ο οποίος εντόπισε το «θηρίο» μέσα στο δάσος και αφού με άγριες κραυγές το οδήγησε σε μια πλαγιά με παχύ χιόνι, το αλυσόδεσε και το μετέφερε στις Μυκήνες.
Σύμφωνα με την ερμηνεία του μύθου, ο κάπρος δεν ήταν άλλος από τον ποταμό Ερύμανθο που πλημμύριζε και κατάστρεφε τις καλλιέργειες, κυρίως στην περιοχή της Ψωφίδας. Ο Ηρακλής, όπως και σε άλλους μύθους, συμβολίζει τον ήλιο που φέρνει την καλοκαιρία και συνεπώς δαμάζει το «θηρίο», την ορμή του ποταμού.
«Ο Ερύμανθος, ιδίως το χειμώνα και όσο λιώνουν τα χιόνια από το ομώνυμο βουνό που τον γέννησε, είναι ποτάμι δύσκολο. Είναι και φιδωτό, ιδανικό για περιπετειώδεις διαδρομές kayakers και rafters. Πάνε τριάντα χρόνια σχεδόν από τότε που ανακάλυψαν την εξαιρετική ομορφιά του φαραγγιού Γάλλοι και Γερμανοί λάτρεις των αθλημάτων στο ποτάμι και τον κατέταξαν στα καλύτερα της Ευρώπης σε άγρια νερά. Συχνές οι στενωποί με άνοιγμα μόλις 2 μέτρα, αγριεύουν ακόμα περισσότερο τα ορμητικά νερά κι εκείνα υπερπηδούν τους μεγάλους γκριζωπούς βράχους, για να συνεχίσουν σε πιο ήπια σημεία. Η βλάστηση είναι πλούσια. Θεόρατες φτέρες, γέρικα πλατάνια με τεράστιους κορμούς, εντυπωσιακοί βράχοι με σταλακτίτες: χαρά θεού η φύση σε όλη τη διαδρομή, προσφέρει δροσερή σκιά από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού, που είναι και η ιδανική περίοδος για οδοιπορία στο φαράγγι, μέσα από τα χαραγμένα μονοπάτια».
Το φαράγγι του Ερυμάνθου. Από τον τόμο «Ολυμπιακή Γη» της Φωτεινής Πιπιλή
Ο ποταμός Ερύμανθος, φυσικό σύνορο της Ηλείας με την Αρκαδία, πηγάζει, κατά κύριο λόγο, από τις κορυφές του ομώνυμου βουνού. Το Νουσαϊτικο ποτάμι που συγκεντρώνει πολλά από τα ρέματα που δημιουργούν οι διάσπαρτες πηγές, είναι ο δυτικός και κυριότερος βραχίονας του Ερύμανθου ποταμού.
Το Διβριώτικο ποτάμι χύνεται επίσης στον Ερύμανθο, ο οποίος συνεχίζει την πορεία του για να χυθεί τελικά στο μεγάλο ποτάμι της Ηλείας, τον Αλφειό.
Ο Ερύμανθος έχει συνδεθεί με τα χωριά που βρίσκονται στο οικοσύστημά του, είτε μέσω των ευεργετικών αρδεύσεων του, είτε με το ψάρεμα της περίφημης πέστροφας (ως ιχθυόης ποταμός αναφέρεται από τον Παυσανία), είτε με τα γεφύρια – μνημεία αρχιτεκτονικής που συναντά στην πορεία του, είτε με τους θρύλους και τις παραδόσεις. Σήμερα σε πολλά σημεία του είναι ιδανικός τόπος παραποτάμιας οδοιπορίας, δίνει τη δυνατότητα να περάσει ο περιηγητής από φαράγγια εξαιρετικής ομορφιάς, χρησιμοποιείται για extreme sports, όπως το καγιάκ και το ράφτινγκ, και αποτελεί εν γένει έναν οικότοπο, ιδανικό για την ανάπτυξη ήπιων μορφών ορεινού τουρισμού.
Στην αρχαιότητα οι κάτοικοι της Ψωφίδας (στην οποία ανήκε και η περιοχή της σημερινής Λαμπείας) λάτρευαν τον Ερύμανθο ως ποτάμιο θεό, γιό του Άριστα ή του Αρκάδα, για τον οποίο είχαν χτίσει και ναό. Μέσα στο ναό υπήρχε το λατρευτικό του άγαλμα, το οποίο απεικόνιζαν οι Ψωφίδιοι στα νομίσματά τους στα ρωμαϊκά χρόνια. Ο θεός παριστάνεται γενειοφόρος, μισοξαπλωμένος, με το στήθος γυμνό και τον αριστερό αγκώνα ακουμπισμένο σε γυρτό πιθάρι, από το οποίο τρέχει νερό.
Ένας από τους άθλους του Ηρακλή, η «σύλληψη» του Ερυμάνθιου κάπρου, είναι άμεσα συνδεδεμένος με τον Ερύμανθο ποταμό. Σύμφωνα με το μύθο, ο φοβερός κάπρος που ζούσε στο βουνό Ερύμανθος, προξενούσε μεγάλες καταστροφές στις καλλιέργειες, στο δάσος και στα χωριά της περιοχής. Απευθύνθηκαν λοιπόν οι κάτοικοι στον Ηρακλή, ο οποίος εντόπισε το «θηρίο» μέσα στο δάσος και αφού με άγριες κραυγές το οδήγησε σε μια πλαγιά με παχύ χιόνι, το αλυσόδεσε και το μετέφερε στις Μυκήνες.
Σύμφωνα με την ερμηνεία του μύθου, ο κάπρος δεν ήταν άλλος από τον ποταμό Ερύμανθο που πλημμύριζε και κατάστρεφε τις καλλιέργειες, κυρίως στην περιοχή της Ψωφίδας. Ο Ηρακλής, όπως και σε άλλους μύθους, συμβολίζει τον ήλιο που φέρνει την καλοκαιρία και συνεπώς δαμάζει το «θηρίο», την ορμή του ποταμού.
«Ο Ερύμανθος, ιδίως το χειμώνα και όσο λιώνουν τα χιόνια από το ομώνυμο βουνό που τον γέννησε, είναι ποτάμι δύσκολο. Είναι και φιδωτό, ιδανικό για περιπετειώδεις διαδρομές kayakers και rafters. Πάνε τριάντα χρόνια σχεδόν από τότε που ανακάλυψαν την εξαιρετική ομορφιά του φαραγγιού Γάλλοι και Γερμανοί λάτρεις των αθλημάτων στο ποτάμι και τον κατέταξαν στα καλύτερα της Ευρώπης σε άγρια νερά. Συχνές οι στενωποί με άνοιγμα μόλις 2 μέτρα, αγριεύουν ακόμα περισσότερο τα ορμητικά νερά κι εκείνα υπερπηδούν τους μεγάλους γκριζωπούς βράχους, για να συνεχίσουν σε πιο ήπια σημεία. Η βλάστηση είναι πλούσια. Θεόρατες φτέρες, γέρικα πλατάνια με τεράστιους κορμούς, εντυπωσιακοί βράχοι με σταλακτίτες: χαρά θεού η φύση σε όλη τη διαδρομή, προσφέρει δροσερή σκιά από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού, που είναι και η ιδανική περίοδος για οδοιπορία στο φαράγγι, μέσα από τα χαραγμένα μονοπάτια».
Το φαράγγι του Ερυμάνθου. Από τον τόμο «Ολυμπιακή Γη» της Φωτεινής Πιπιλή
|
|
|
|
|